«Περιορισμοί» Έκτακτου Προσωπικού

Posted: Απριλίου 14, 2011 in Άρθρα

Υπόμνημα προς Συμβούλιο Τμήματος                                        Κοινοποίηση: (βλ. πίνακα αποδεκτών)

Πολιτικών Δ–Ε (9-3-2011)

 

 

«Περιορισμοί»  Έκτακτου  Προσωπικού,  Ανάγνωση

της  Νομοθεσίας  –  Τεκμηρίωση  και  Προτάσεις

       Ως προς το έγγραφο του Υπουργού Φ11/17602/Ε5 που – αναφερόμενο στο αρθ. 7 παρ. 11 του Ν. 3833/2010 (Μάρτιος) – ζητάει στοιχεία για το θέμα της πρόσληψης προσωπικού για το 2010 – 2011 και βάσει του οποίου το Συμβούλιο ΤΕΙ ζητάει από «κάθε Τμήμα να περιορίσει άμεσα τις ώρες προσωπικού με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε ο περιορισμός να φτάσει στο 30% σε σχέση με το προηγούμενο διδακτικό έτος» σας επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

Το θέμα του κατά 30% περιορισμού των ωρών που ζητάει το Συμβούλιο ΤΕΙ Πειραιά και πιθανόν υπονοεί ο Υφυπουργός, αναφερόμενος στο Νόμο 3833/2010 (Μάρτιος), έχει δύο σκέλη:  Το νομικό (τι προβλέπει η νομοθεσία, τι περιγράφει ο Υφυπουργός και τι η απόφαση του Συμβουλίου) και το ουσιαστικό (τι σημαίνει περιορισμός κατά 30%).

1.  Οι προβλέψεις της νομοθεσίας και η ακαδημαϊκή πραγματικότητα

Στο Ν. 3833/2010 (αρθ. 11, παρ. 7) η σχετική διάταξη αναφέρει (για το σύνολο του δημόσιου τομέα): «Εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεις μίσθωσης έργου για το έτος 2010 περιορίζονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2009. Ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει για προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου που γίνονται για κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών».

Από την απλή ανάγνωση της διάταξης, προκύπτουν τα ακόλουθα (που δεν περιγράφονται ούτε στα έγγραφα του Υπουργείου ούτε στην απόφαση του Συμβουλίου ΤΕΙ Πειραιά):

1.1.   Περιορισμός συμβάσεων και όχι ωρών.  

       Αυτό που «ζητάει» η διάταξη να περιοριστεί δεν είναι οι συνολικές ώρες ανάθεσης αλλά οι «εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού», δηλαδή η νομοθεσία αναφέρεται σε 30% λιγότερες συμβάσεις το 2010 σε σχέση με το 2009 και όχι 30% λιγότερες ώρες.  Αυτός ο περιορισμός, αν οικειοθελώς (βλ. τεκμηρίωση παρ. 1.2.) θεωρήσουμε ότι σχετίζεται με το έτος 2011, με το Ίδρυμα και με το έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό του, μπορεί να σημαίνει – για παράδειγμα – λιγότερες συμβάσεις των 3 και 4 εργαστηριακών ωρών, που συναντώνται συχνά στο Ίδρυμα ως συμβάσεις ήδη απασχολούμενων στο Δημόσιο (ή στο ίδιο το ΤΕΙ Πειραιά). Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μια μορφή μερικής απασχόλησης που – ούτως ή άλλως – δεν εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο την εκπαιδευτική διαδικασία του εργαστηρίου σε σχέση με την απασχόληση κάποιου που έχει πλήρες (ή κοντά στο πλήρες) ωράριο και του οποίου το διδακτικό έργο επεκτείνεται σε – πέραν της μίας – ομάδες (τμήματα) ενός ή δύο εργαστηρίων. (Λόγω της διαφορετικής διδακτικής προσέγγισης και των επιστημονικών προσόντων που απαιτούν οι θεωρίες, δεν ισχύει το ίδιο για τις ολιγόωρες συμβάσεις των επιστημονικών συνεργατών).  Ακόμα και εάν ο στόχος μας ως Ιδρύματος ήταν η άμεση συμμόρφωση με αυτήν την υποτιθέμενη υποχρέωσή μας (χωρίς τα νομικά και ακαδημαϊκά δεδομένα που θα περιγραφούν στη συνέχεια), αυτός ο περιορισμός συμβάσεων θα μπορούσε να καλυφθεί εν όλω ή εν μέρει, χωρίς να περιοριστούν οι συνολικά αναγκαίες ώρες εργαστηριακών συνεργατών.

Όμως, πέραν του προαναφερθέντος περιορισμού κατά 30%, επισημαίνεται επίσης, ότι, για το 2011, ο μεταγενέστερος Ν.3899/2010 (τέλος Δεκ. 2010) στο αρθ. 3, παρ. 4, εδαφ. δ «ζητάει» ένα πρόσθετο 15% περιορισμού συμβάσεων, σε σχέση με τις ήδη «περιορισμένες» για το 2010.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ορθή ανάγνωση της νομοθεσίας, σύμφωνα με την ανάλυση που ακολουθεί, αποκτά ζωτική σημασία, προκειμένου να αποφύγουμε την πλήρη αποδιάρθρωση των εκπαιδευτικών μας δομών.

1.2.  Περιορισμός επί του συνόλου του δημόσιου τομέα και όχι ανά φορέα

         ή ανά κατηγορία συμβασιούχων.

Εν προκειμένω λοιπόν, οι παρανοήσεις περί των νομοθετικών προβλέψεων έχουν ως εξής:

       Α.  Σε κανένα νομοθετικό κείμενο δεν αναφέρεται, ότι ο περιορισμός του 30% αφορά το ίδιο το ΤΕΙ Πειραιά και – πολύ περισσότερο – το έκτακτο διδακτικό προσωπικό του. Οι περιορισμοί, όπου προσδιορίζεται κάτι σχετικό στη νομοθεσία (βλ. Ν3833/2010, αρθ. 11, παρ. 1 & παρ. 5), αναφέρονται «στο σύνολο των φορέων του αρθ. 1 του Ν. 3812/2009» και δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για περιορισμό 30% (ή 15%) ανά φορέα. Τα κριτήρια και ο επιμερισμός της κατανομής του έκτακτου προσωπικού ανά φορέα εξειδικεύονται με κοινή Υ.Α. Υπουργών Παιδείας και Εσωτερικών κατ` εξουσιοδότηση του Ν.3812/2009 (αρθ. 9, παρ. 8), η οποία δεν έχει εκδοθεί.  Άρα, η αποδοχή εκ μέρους της νομικής υπηρεσίας του ΤΕΙ Πειραιά, ότι ο κατά 30% περιορισμός του Ν. 3833/2010 αφορά το Ίδρυμα βασίζεται σε πιθανή παρερμηνεία της νομοθεσίας από την πλευρά του Υπουργείου, η οποία όμως, δεν έχει έρεισμα στην ισχύουσα νομοθεσία. Εν προκειμένω, θα έπρεπε να υπάρχει συνεχής νομική υποστήριξη της Διοίκησης του Ιδρύματος, γιατί – ιδιαίτερα κατά τα δύο τελευταία έτη – ο καταιγιστικός ρυθμός παραγωγής σχετικής νομοθεσίας σε συνδυασμό με τον αντίστοιχο ρυθμό παραβιάσεών της από τη Δημόσια Διοίκηση καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την απλή ενημέρωση αλλά και τη διάκριση μεταξύ της έννομης πραγματικότητας, της πραγματικότητας των media, και της πραγματικότητας που θέλει να επιβάλλει ο κάθε φορέας διοίκησης.

       Β.  Επειδή το έτος 2010 έχει ήδη τελειώσει, ο όποιος «περιορισμός» υπαγορεύεται από το Συμβούλιο ΤΕΙ αφορά ένα νέο «μειωμένο» σύνολο συμβάσεων (ή ωρών) που θα αντιστοιχεί αποκλειστικά στο ημερολογιακό έτος 2011.  Όμως, ούτε με όλες τις εις βάρος μας παρερμηνείες της νομοθεσίας δεν προκύπτει η υποχρέωση περιορισμού κατά 30% για το 2011, αφού ο Ν.3899/2010 (αρθ. 3, παρ. 4, εδαφ. δ) προβλέπει ρητώς ότι «οι εγκρίσεις πρόσληψης προσωπικού …… ορισμένου χρόνου και οι συμβάσεις …. για το έτος 2011 περιορίζονται κατά  15%  σε σχέση με τις αντίστοιχες εγκρίσεις του έτους 2010».

Όσον αφορά δε τις τρέχουσες συμβάσεις, των οποίων οι «εγκρίσεις» έγιναν το 2010, δεν έχει τεθεί ευθέως από το Υπουργείο (και ούτε μπορεί να τεθεί καθ` οιονδήποτε νόμιμο τρόπο) θέμα περιορισμού τους κατά 30% ή 15%, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, ο περιορισμός αφορά το δημόσιο τομέα εν συνόλω και όχι τον κάθε δημόσιο φορέα ξεχωριστά (μπορεί να είναι 5% σε έναν φορέα και 85% σε έναν άλλον) και κυρίως, γιατί δεν έχει διατυπωθεί από το Υπουργείο (σε κοινή Υ.Α.) η νόμιμη διαδικασία κατανομής προσωπικού ανά φορέα (κοινή Υ.Α. Υπουργών Παιδείας και Εσωτερικών του Ν.3812/2009, αρθ. 9, παρ. 8).  Άρα, σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει κανένας σύννομος τρόπος αμφισβήτησης των ενεργειών του ΤΕΙ Πειραιά ως προς τον αριθμό και τις ώρες ανάθεσης των εγκρίσεων πρόσληψης έκτακτου διδακτικού προσωπικού.

 

 

1.3.  Γιατί περιορισμός εκπαιδευτικού και όχι άλλου έκτακτου προσωπικού

         του Ιδρύματος ;

Όμως, ακόμα και εάν (παρ)ερμηνεύσουμε εις βάρος μας τη νομοθεσία και θεωρήσουμε, ότι πρέπει – και εμείς ως Ίδρυμα –  να συμμετάσχουμε κατά αντίστοιχη αναλογία (30%) στην εν εξελίξει αποδιάρθρωση του ευρύτερου δημόσιου τομέα, θα πρέπει να απαντήσουμε στο εξής εύλογο ερώτημα:  Γιατί θεωρούμε, ότι ο κατά 30% περιορισμός των συμβάσεων (και όχι βέβαια των εκπαιδευτικών ωρών ανάθεσης), που θέλουμε να επιτύχουμε ως φορέας, αφορά επιλεκτικά τις συμβάσεις του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού και όχι το σύνολο των «εγκρίσεων πρόσληψης προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συμβάσεις μίσθωσης έργου» σε επίπεδο ΤΕΙ Πειραιά (βλ. Ν.3833/2010, αρθ. 11, παρ. 7) ;  Ακόμα και εάν μπούμε στη λογική των εργασιακών περικοπών, γιατί αυτές ξεκινάνε από τον πιο κρίσιμο τομέα της ακαδημαϊκής μας υπόστασης και λειτουργίας (έκτακτο διδακτικό προσωπικό) και όχι από λιγότερο κρίσιμες «σχέσεις εργασίας» και «συμβάσεις μίσθωσης έργου», που υπάρχουν σε όλους τους άλλους τομείς δραστηριότητας του Ιδρύματος ;

1.4.   Τεκμηρίωση εξαίρεσης λόγω «απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών» 

Σύμφωνα με το ίδιο το αρθ. 11 παρ. 7 (Ν.3833/2010), που επικαλείται το Υπουργείο Παιδείας και στο οποίο αναφέρεται η απόφαση του Συμβουλίου του Ιδρύματος «ο περιορισμός αυτός» (δηλ. το 30%) «δεν ισχύει για προσλήψεις προσωπικού ορισμένου χρόνου που γίνονται για κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών».  Η έννοια των «απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών» αφήνεται «ανοιχτή» από το νομοθέτη, χωρίς καμία αναφορά σε προγενέστερα νομοθετήματα που – κατά περίπτωση – επιχειρούν να την οριοθετήσουν.  Η εξαίρεση από τον «περιορισμό αυτό» δεν αναιρείται, δεν αντικαθίσταται και δεν τροποποιείται στο μεταγενέστερο Ν.3899/2010(Δεκ.) ή οπουδήποτε αλλού, δηλαδή εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.

1.4.1.  «Απρόβλεπτες» αποχωρήσεις

Είναι γνωστό – και μπορεί να επιβεβαιωθεί από τα επίσημα στοιχεία του Ιδρύματος – ότι τα έτη 2008 έως και 2010 υπήρξαν αθρόες αποχωρήσεις μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού, πρωτοφανείς σε μαζικότητα στην ιστορία των ΤΕΙ (από το 1983 έως σήμερα). Οι περισσότερες από αυτές τις αποχωρήσεις δεν αφορούν προσωπικό που συνταξιοδοτήθηκε στο όριο ηλικίας (υπηρεσιακά προβλέψιμες αποχωρήσεις) αλλά διδάσκοντες, που – «απρόβλεπτα» – επέλεξαν να αποχωρήσουν πριν από αυτό, λόγω αιφνίδιων πολιτικών πρακτικών και νομικών ρυθμίσεων, υπό την πίεση οικονομικών συνθηκών που οδήγησαν σε μέτρα, τα οποία στην ίδια τη νομοθεσία χαρακτηρίζονται ως «επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (βλ. τίτλους Ν.3833/2010, Ν.3899/2010 και παραρτήματα Μνημονίου).  Άρα, ένα μέρος του έκτακτου διδακτικού προσωπικού στα ΤΕΙ (και ακόμα περισσότερο του Τμήματος Πολιτικών Δ–Ε) κατά τα έτη 2009 και 2010 καλύπτει ανάγκες που προέκυψαν ως «απρόβλεπτες και επείγουσες» με βάση το χαρακτηρισμό της ίδιας της νομοθεσίας που τις προκάλεσε, ήταν de facto μη προβλέψιμες υπηρεσιακά (αφού πρόεκυψαν από την ίδια βούληση του κάθε διδάσκοντα) και οι ανάγκες που δημιούργησαν ήταν «επείγουσες», αφού σχετίζονταν με διδακτικό έργο, το οποίο πρέπει άμεσα να καλυφθεί για να συνεχιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία.

1.4.2.  «Απρόβλεπτη» παραβίαση του ισχύοντος νομικού πλαισίου των διορισμών και

             δημιουργία «απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών» (Ν.3833/2010)

Όμως, το πιο «απρόβλεπτο» γεγονός, για το σύνολο των αποχωρήσεων μόνιμου Ε.Π., είναι, ότι το Υπουργείο Οικονομικών, παραβιάζοντας τη νομοθεσία που το ίδιο συνέταξε (Ν.3833/2010), και το Υπουργείο Παιδείας, παραβιάζοντας το ευρύτερο νομικό πλαίσιο των διορισμών στα ΑΕΙ, έχουν από κοινού «παγώσει» σχεδόν όλες τις διαδικασίες διορισμών Ε.Π. από το τέλος του 2009 έως σήμερα. Το δε Υπουργείο Παιδείας δεν αρκέστηκε στη σιωπηρή παραβίαση του πλαισίου των διορισμών αλλά θέλησε να την «επισημοποιήσει» με εγκύκλιο (Φ11/119024/Ε5/24-9-2010), στην οποία ανακοινώνει το επ` αόριστον «πάγωμα» κάθε διορισμού στα ΤΕΙ.  Όμως, δεν αρκείται ούτε σε αυτό, αλλά, παραβιάζοντας την – ήδη παραβιασμένη – συνταγματική επιταγή του «αυτοδιοίκητου» και «αυτοτελούς» των ΑΕΙ, αναστέλλει επ` αόριστον και τη συγκρότηση εκλεκτορικών ενώ «παρακαλεί» – προφανώς για να μην επιβαρύνονται οι υπηρεσίες του αλλά και για να καταστήσει τα ΤΕΙ συμμέτοχους στη νομική παρέκκλιση – «να μη διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου σχετικά έγγραφα».  Όλα αυτά γίνονται μάλιστα, χωρίς την – έστω και προσχηματική – επίκληση κάποιας νομοθεσίας αλλά με δημοσιογραφικής γλαφυρότητας αναφορές στην «παρούσα οικονομική κατάσταση της χώρας σε συνδυασμό με τις προβλέψεις του Μνημονίου του Δ.Ν.Τ.» (βλ. σχετ. εγκύκλιο).

Ωστόσο, σε ένα κράτος δικαίου, αυτό που πρέπει να θεωρείται αναμενόμενο είναι η εφαρμογή της νομοθεσίας ενώ η παραβίασή της – και μάλιστα από τους ίδιους τους φορείς δημόσιας διοίκησης που καλούνται να την εφαρμόσουν ή την έχουν οι ίδιοι συντάξει – είναι γεγονός εξ` ορισμού «απρόβλεπτο».  Εάν λοιπόν δεν αρκεστούμε στις περί νομιμότητας εκδοχές που επιδιώκουν να μας επιβάλλουν η δημόσια διοίκηση, τα media και η «οικονομική κατάσταση της χώρας», τότε – απλώς – διαπιστώνουμε τα εξής προφανή:

       α)  Στο αρθ. 10 παρ. 1 του Ν. 3833/2010 (με τίτλο «Αναστολή προσλήψεων για το έτος 2010»), αφού περιγραφεί η γενική αναστολή προσλήψεων αποκλειστικά για το έτος 2010, η οποία επιβάλλεται ως γενικός κανόνας για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, επισημαίνεται η ακόλουθη ρητή εξαίρεση της παιδείας από αυτόν τον κανόνα, στην αμέσως επόμενη φράση της ίδιας παραγράφου:  «Εξαιρούνται οι τομείς: α) υγείας, …. β) παιδείας, προκειμένου για εκπαιδευτικό προσωπικό, γ) …… ».   Αυτό σημαίνει, ότι για το έτος 2010 θα έπρεπε να έχει εφαρμοσθεί, ως προς τις προσλήψεις μόνιμου Ε.Π., ότι ακριβώς εφαρμοζόταν και πριν το 2010 με βάση την προγενέστερη ισχύουσα νομοθεσία.  Με άλλα λόγια, κατά το 2010, θα έπρεπε να έχουν προχωρήσει ταχύτατα (λόγω αθρόων αποχωρήσεων Ε.Π.) όλες οι εν εξελίξει διαδικασίες πλήρωσης θέσεων, οι οποίες παρανόμως σταμάτησαν και θα έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να έχουν ξεκινήσει – αντί να ανασταλούν – όλες οι νέες αντίστοιχες διαδικασίες.

       β)  Κάτω από τον τίτλο του αρθ. 11  «Περιορισμός προσλήψεων για τα έτη 2011 έως και 2013» του ίδιου Ν. 3833/2010 – και αφού στην παρ. 1 περιγραφεί ο γνωστός κανόνας της μιας (1) πρόσληψης ανά πέντε (5) αποχωρήσεις που έχει εν γένει επιβληθεί σε όλο το δημόσιο τομέα – αναφέρεται ρητώς στην αμέσως επόμενη παρ. 2 η ακόλουθη εξαίρεση για τα έτη 2011 έως και 2013:

        «Ειδικά για το εκπαιδευτικό προσωπικό όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, …. , ο λόγος αυτός ορίζεται σε ένα προς ένα (μία πρόσληψη ανά μία αποχώρηση)[*]». «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών …. και Οικονομικών καθορίζονται οι προτεραιότητες και τα κριτήρια για την κατανομή του προσωπικού» του ευρύτερου δημόσιου τομέα (αρθ. 11 παρ. 5 & 6).  Οι σχετικές υπουργικές αποφάσεις της παρ. 6 για την κατανομή των προσλήψεων ουδέποτε έχουν εκδοθεί.

Τις ρητές αυτές διατάξεις αντιπαρέρχεται το Υπουργείο (χωρίς καμία συντονισμένη αντίδραση από τα Ιδρύματα της χώρας), και «αποφασίζει» για τα ΤΕΙ, μέσω εγκυκλίου, να σταματήσουν πλήρως όλες οι διαδικασίες πρόσληψης Ε.Π. – ακόμα και αυτές που βρίσκονται στο στάδιο της τελικής υπογραφής από το Υπουργείο Οικονομικών (για αόριστο χρονικό διάστημα). Είναι ενδεικτικό δε των προθέσεών του το γεγονός, ότι η εγκύκλιος στοχεύει επιλεκτικά σε πλήρη αναστολή προσλήψεων Ε.Π., που θα «αποσυνθέσουν» σταδιακά τον ακαδημαϊκό ιστό των ΤΕΙ και όχι σε αναστολή προσλήψεων του μη εκπαιδευτικού προσωπικού των ΤΕΙ (εκεί δεν αναστέλλεται η δυνατότητα του 1:5).

Επισημαίνεται επιπλέον, (προς αποφυγή και άλλων παρεξηγήσεων), ότι όλα όσα «βλέπουν» το φως της δημοσιότητας από τον Ιανουάριο του 2011 μέχρι σήμερα, περί υποχρεωτικής ισχύος του 1:5 (αντί του 1:1) και στον τομέα της εκπαίδευσης, είναι μία ακόμα εικονική πραγματικότητα που προωθείται με επιτυχία από την Κεντρική Διοίκηση σε συνεργασία – με πρόθυμες να αναλάβουν αυτό το ρόλο – επιχειρήσεις Μ.Μ.Ε.[†]

Συνεπώς, η τεκμηρίωση του «απρόβλεπτου» και «επείγοντος» των αναγκών σε έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό, αποκλειστικά και μόνο λόγω αποχωρήσεων Ε.Π., συνοψίζεται στα ακόλουθα βασικά σημεία:

       α.  Εξ` ορισμού «απρόβλεπτες» (λόγω ίδιας βούλησης) αποχωρήσεις Ε.Π. κατά τα έτη 2008 έως και 2010, υπό την πίεση «απρόβλεπτων» νομοθεσιών που ψηφίστηκαν εσπευσμένα (αλλάζοντας ριζικά τα συνταξιοδοτικά δεδομένα) και δημιούργησαν «επείγουσες» διδακτικές ανάγκες, που έπρεπε να αντιμετωπιστούν άμεσα με έκτακτο προσωπικό. Στο Τμήμα Πολιτικών Δ–Ε, για τα έτη 2008-2010 υπήρξαν έντεκα (11) τέτοιες αποχωρήσεις (από τις συνολικά 15).

       β.  «Απρόβλεπτη» μη εφαρμογή (ή – στην καλύτερη περίπτωση – καθυστέρηση εφαρμογής) της νομοθεσίας για την πλήρωση  ό λ ω ν  των θέσεων μελών Ε.Π. που αποχώρησαν κατά τα έτη 2008 έως και 2010.  Σε κάθε περίπτωση, οι διδακτικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν είναι εξ` ορισμού «απρόβλεπτες και επείγουσες» και έπρεπε – κατά την έννοια του αρθ. 11 παρ. 7 του Ν.3833/2010 – να καλυφθούν με έκτακτο προσωπικό. Στο Τμήμα Πολιτικών Δ–Ε κατά το εξεταζόμενο χρονικό διάστημα αποχώρησαν συνολικά δεκαπέντε (15) μέλη Ε.Π., από τα οποία δεν αναπληρώθηκε κανένα (λόγω της γραφειοκρατικής καθυστέρησης και των εν γένει πρακτικών του Υπουργείου).

1.4.3.   Άλλα «απρόβλεπτα» με υπαιτιότητα του Υπουργείου.

            Δημιουργία πρόσθετων «επειγουσών αναγκών».

Όμως, υπάρχουν και άλλα «απρόβλεπτα», που δημιούργησαν και άλλες «επείγουσες ανάγκες». Κατ` αρχήν, κατά το έτος 2010, το ίδιο Υπουργείο που μειώνει τον προϋπολογισμό του ΤΕΙ και αναστέλλει τους διορισμούς (λόγω της «παρούσας οικονομικής κατάστασης της χώρας»), δεν έχει καμία αναστολή για την κατά 33% αύξηση του αριθμού των εισακτέων (από 60 σε 80), παρά την αντίθετη εισήγηση του Τμήματος Πολιτικών Δ–Ε (2010).

Παράλληλα, η τότε «οικονομική κατάσταση της χώρας» δεν εμποδίζει το Υπουργείο (ΥΠΕΠΘ) να ιδρύσει το Μάρτιο του 2009 Τμήμα Πολιτικών Δ–Ε στην εκλογική περιφέρεια των Τρικάλων με 200(!) εισακτέους, από τους οποίους το ακαδ. έτος 2009 – 2010 οι περίπου 60 μετεγγράφηκαν για διάφορους λόγους στο οικείο Τμήμα, προσθέτοντας νέες «απρόβλεπτες και επείγουσες» διδακτικές ανάγκες.  Το 2010 το Υπουργείο (ΥΠΔΜΘ), παρά την «οικονομική κατάσταση της χώρας» που επικαλείται, κρίνει ως απαραίτητη για την Τεχνολογική Εκπαίδευση τη διατήρηση των 200 εισακτέων Πολιτικών Δ–Ε στην περιφέρεια των Τρικάλων με προφανή αντίκτυπο στον αριθμό των πρόσθετων μετεγγραφομένων (περίπου 55 από τους συνολικά 130) και τις επακόλουθες «επείγουσες ανάγκες» σε διδακτικό προσωπικό. Διατηρεί επίσης τους 260 εισακτέους στις Σέρρες και τους 250 στην Κρήτη. Τέλος, με άλλη «απρόβλεπτη» ρύθμιση του Υπουργείου (που εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά το 2008) δίνεται η δυνατότητα επανεγγραφής περίπου 1300 σπουδαστών παλαιότερων ετών, από τους οποίους, περίπου 50 είναι πλέον ενεργοί σπουδαστές του Τμήματος.  Με άλλα λόγια, κατά τη χρονική περίοδο που συζητάμε για περικοπές στο έκτακτο εκπαιδευτικό προσωπικό του Τμήματος Πολιτικών Δ–Ε έχουμε μία «απρόβλεπτη» ποσοστιαία αύξηση του συνολικού αριθμού των κατ` έτος ενεργών σπουδαστών κατά περίπου 60 – 80% (πέρα από την προβλέψιμη ετήσια αύξηση του αριθμού των εισακτέων κατά 80% – 100%, λόγω των λοιπών μετεγγραφών).

1.5.  Οι «περιορισμοί» διδακτικού προσωπικού ως καθολική παραβίαση του

         πνεύματος και των προτεραιοτήτων που θέτει ο Ν.3833/2010.

Το γεγονός, ότι ο νομοθέτης μέσα σε ένα κρίσιμο νομοθέτημα που αποσκοπεί στην «προστασία της εθνικής οικονομίας» και λαμβάνει «επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (βλ. τίτλο Ν.3833/2010) εξαιρεί το εκπαιδευτικό προσωπικό της παιδείας από το γενικό κανόνα προσλήψεων/αποχώρηση 1:5 και θέτει ευνοϊκότερο κανόνα 1:1, σημαίνει ότι – παρά την ανάγκη «προστασίας της εθνικής οικονομίας», παρά την «κρίση» και παρά το «επείγον» των δηλωμένων στόχων των νομικών ρυθμίσεων – η διατήρηση της δυνατότητας προσφοράς διδακτικού έργου θεωρείται ζήτημα κρίσιμης σημασίας, που πρέπει να διαφυλαχθεί με μία κατ` εξαίρεση αναλογία προσλήψεων, η οποία κρίνεται ως απαραίτητη για τη βιωσιμότητα της Εκπαίδευσης. Είναι μάλιστα ενδεικτικό της νομοθετικής προτεραιότητας που αποδίδεται σε αυτό καθ` αυτό το διδακτικό έργο το γεγονός, ότι ο νόμος αναφέρεται αποκλειστικά στο «εκπαιδευτικό προσωπικό» και όχι στο λοιπό προσωπικό που στελεχώνει τους εκπαιδευτικούς φορείς.  Ο ίδιος ο νομοθέτης δηλαδή, θέτει ως επείγουσα προτεραιότητα την κάλυψη των διδακτικών αναγκών – για αυτό και ορίζει αυτήν την κατ` εξαίρεση διακριτική αντιμετώπιση που αντιβαίνει στο στόχο της «αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης», υπηρετώντας ένα στόχο που τίθεται ως υπέρτερος τόσο αυτού της «προστασίας της εθνικής οικονομίας» όσο και αυτού της «αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης».  Άρα, οι περιορισμοί στη δυνατότητα κάλυψης των διδακτικών αναγκών αντιβαίνουν απόλυτα στο πνεύμα του ισχύοντος νόμου 3833/2010 και αυτό, σε συνδυασμό με τη διακριτική αντιμετώπιση της εκπαίδευσης από το νομοθέτη, αποτελούν εργαλεία τεκμηρίωσης για το ΤΕΙ τόσο στην παρούσα φάση όσο και εάν μελλοντικά ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία για τον επιμερισμό ανά φορέα των προσλήψεων έκτακτου προσωπικού.

2.   Συμπεράσματα

Όπως προκύπτει από την προηγούμενη τεκμηρίωση, δεν υπάρχει καμία εκ του νόμου υποχρέωση περιορισμού ούτε των συμβάσεων ούτε βεβαίως των συνολικών ωρών ανάθεσης του έκτακτου διδακτικού προσωπικού στο ΤΕΙ Πειραιά.  Συνεπώς, είτε το Τμήμα είτε το Ίδρυμα, δεν είναι δυνατό να αποδεχθούν ως νομική πραγματικότητα, κάτι το οποίο – στην καλύτερη εκδοχή του – ανήκει στη σφαίρα της πολιτικής παραφιλολογίας («περιορισμός κατά 30%»).  Αντίθετα, πλήθος νομικών τεκμηρίων αποδεικνύουν την υποχρέωση της πολιτείας για αναπλήρωση του διδακτικού προσωπικού, υποχρέωση η οποία συστηματικά παραβιάζεται από τα ίδια τα Υπουργεία που τη νομοθέτησαν και καλούνται να την εφαρμόσουν. Τέλος, η ίδια νομοθεσία δίνει ρητώς τη δυνατότητα πλήρους απεμπλοκής από οποιουσδήποτε περιορισμούς, όταν πρόκειται «για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών», οι οποίες τεκμηριώνονται απόλυτα για το ΤΕΙ Πειραιά και συντρέχουν σε ακραίο βαθμό στο Τμήμα Πολιτικών Δ–Ε.

Όσον αφορά δε τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζει το οικείο Τμήμα, η κατάσταση έχει ως εξής: Τη συγκεκριμένη περίοδο (2008-2010) που οι σπουδαστές αυξάνονται απρόβλεπτα κατά 60-80%, το μόνιμο Ε.Π. μειώνεται κατά δεκαπέντε (15) μέλη και οι συμβάσεις του έκτακτου διδακτικού προσωπικού μειώνονται συνολικά κατά 13,5% (από 67 το 2008-2009 σε 58 το 2010-2011) ενώ το συνολικό διδακτικό προσωπικό του Τμήματος – μόνιμο και έκτακτο – μειώνεται κατά 22% (από τα 82 στα 64 άτομα). Εάν ληφθεί υπόψη η απρόβλεπτη αύξηση κατά 60-80% των σπουδαστών, τότε η πραγματική μείωση που έχει υποστεί η συνολική διδακτική ικανότητα του Τμήματος, κυρίως λόγω των πρακτικών του Υπουργείου, είναι της τάξης του 50% (με τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς)*.

Όλα δε τα προαναφερθέντα γίνονται την ίδια στιγμή που η αξιολόγηση αναδεικνύεται σε κεντρικό στοιχείο της ακαδημαϊκής υπόστασης του κάθε Τμήματος ενώ ταυτόχρονα, προωθείται η ακαδημαϊκή, πολιτική και θεσμική φιλολογία περί «αριστείας» με την – για ευνόητους λόγους – συναίνεση και του πανεπιστημιακού τομέα εκπαίδευσης×.  Με άλλα λόγια, το Υπουργείο, αφού διαφυλάξει όλες τις μη εκπαιδευτικές του «υποδομές» (33% αύξηση εισακτέων στο οικείο Τμήμα και διατήρηση 710 εισακτέων στα 3 Τμήματα της περιφέρειας) και κυρίως, αφού αποδυναμώσει μεθοδικά τα ΤΕΙ παραβιάζοντας κάθε νομοθεσία σχετική με οτιδήποτε μπορεί να τα ενισχύσει ακαδημαϊκά, ερευνητικά και οικονομικά (παράνομη αναστολή διορισμών Ε.Π., παράνομη αναστολή ίδρυσης αυτοδύναμων Μεταπτυχιακών, παράνομη μη απάντηση στα νόμιμα αιτήματα ίδρυσης Εργαστηρίων, «πάγωμα» ερευνητικών κονδυλίων, πολλαπλές παραβιάσεις της «αυτοτέλειας» και «αυτοδιοίκησης», υπο-χρηματοδότηση της κάλυψης αναγκών μέσω έκτακτου προσωπικού κ.λπ.) έρχεται – εν συνεχεία – να ζητήσει «αξιολόγηση» και «αριστεία» (και μάλιστα ως κριτήρια για τη μελλοντική κατανομή των χρηματοδοτήσεων).

Είναι σαφές, ότι οι απαξιωτικές – για τα ΤΕΙ και τη νομιμότητα – πρακτικές που προαναφέρθηκαν, συνιστούν κεντρικές πολιτικές επιλογές του Υπουργείου που δεν σχετίζονται απαραίτητα με την «οικονομική κρίση» αλλά αντίθετα, ορισμένες από αυτές την επιδεινώνουν ευθέως (μη απορρόφηση ερευνητικών κονδυλίων, μη ίδρυση αυτοδύναμων Μεταπτυχιακών και ερευνητικών Εργαστηρίων, αύξηση ή διατήρηση υπερβολικού αριθμού εισακτέων κ.λπ.).  Βρίσκουν όμως πρόσφορο έδαφος, μέσα σε ένα κοινωνικοπολιτικό πεδίο, όπου το ευρωπαϊκό και εθνικό Δίκαιο, το Σύνταγμα και οι θεσμοί τείνουν πλέον να αντιμετωπίζονται – όχι ως ρυθμιστικοί παράγοντες της κοινωνικής δράσης – αλλά απλώς, ως μερικά ακόμα «διαρθρωτικά» εμπόδια, που πρέπει με κάθε τρόπο να ξεπεραστούν γρήγορα, αν θέλουμε να αποφύγουμε την επαπειλούμενη «χρεωκοπία».

3.   Προτάσεις

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η όλη τεκμηρίωση που προηγήθηκε, ίσως φαίνεται ατελέσφορη ενώ δεν δείχνει να απαντά επαρκώς και στη δεύτερη πτυχή του προβλήματος, που σχετίζεται με την οικονομική δυσπραγία του Ιδρύματος.

Όμως, τα ουσιαστικά ερωτήματα είναι άλλα: Πιστεύουμε ρεαλιστικά, ότι με περικοπές χρηματοδότησης της τάξης του 30-35% (μέχρι στιγμής) και με ταμειακά ελλείμματα παρελθόντων ετών θα βρούμε κάποιους «έξυπνους» τρόπους διαχείρισης των ακαδημαϊκών πεπραγμένων και θα δώσουμε διέξοδο στα οικονομικά μας προβλήματα, περιορίζοντας π.χ. το έκτακτο Ε.Π.;  Πιστεύουμε ότι αυτό θα το καταφέρουμε μέσα σε ένα περιβάλλον αποσύνθεσης του μόνιμου Ε.Π. που μας έχει επιβληθεί επ` αόριστον μέσω παράνομων εγκυκλίων;  Αυτό το ταμειακό επίτευγμα θα συντελεστεί ενώ καλούμαστε να αξιολογηθούμε και να «αριστεύσουμε», διδάσκοντας περισσότερους φοιτητές με λιγότερο διδακτικό προσωπικό και στερούμενοι στοιχειωδών «εργαλείων» ανάπτυξης της ερευνητικής δράσης;  Όλα αυτά τα ταμειακώς παράδοξα θα επιλυθούν, όταν μας στερούνται νόμιμες εναλλακτικές δυνατότητες έρευνας και εύρεσης πόρων, μέσω προγραμμάτων, Μεταπτυχιακών και Εργαστηρίων ;

Δύο – εκ διαμέτρου αντίθετες – θέσεις υπάρχουν στα παραπάνω ερωτήματα:

Α.  Η πρώτη είναι το να συμβιβαστούμε με την προοπτική συρρίκνωσης και υποβάθμισης των σπουδών και της ακαδημαϊκής μας υπόστασης. Να αποδεχθούμε, ότι θα έχουμε έναν διδάσκοντα ανά  τουλάχιστον 20 – 30 σπουδαστές στα εργαστήρια, να συρρικνώσουμε και άλλο τις μειωμένες εργαστηριακές ώρες του ήδη συρρικνωμένου προγράμματος, να διδάσκει το μόνιμο Ε.Π. τα διπλάσια μαθήματα (μέσω μονών-ζυγών εξαμήνων – χωρίς εξομοίωση του ωραρίου με αυτό του πανεπιστημιακού τομέα), να παρακαλούμε ευγενικά το Υπουργείο για τα νόμιμα (διορισμοί, αυτοτέλεια – αυτοδιοίκηση, Μεταπτυχιακά, Εργαστήρια, έκτακτο διδακτικό προσωπικό) και τα αυτονόητα (διδακτορικά, ωράριο Ε.Π. κ.ά.), να εξαρτώνται οι χρηματοδοτήσεις μας από αξιολογήσεις και «αριστείες» από τις οποίες έχουμε – εκ προοιμίου και μεθοδικά – αποκλειστεί και τελικά, να μείνουμε ικανοποιημένοι, όταν θα μας υποσχεθούν λιγότερους εισακτέους και μετεγγραφόμενους.

Β.  Η δεύτερη είναι – με ακαδημαϊκή νοοτροπία αυτοτέλειας – να συμπεριφερθούμε ως ΑΕΙ της πρωτεύουσας με χιλιάδες ενεργούς σπουδαστές και να μην συμμετάσχουμε οικειοθελώς στην υποβάθμισή μας, διαπραγματευόμενοι την εις βάρος μας καταστρατήγηση της νομοθεσίας. Να επιμείνουμε στο διδακτικό προσωπικό που μας είναι απαραίτητο για το πλήθος των φοιτητών και για τη φύση της εργαστηριακής εκπαίδευσης και να μην επιλέξουμε ως λύση την απαξίωση του σημαντικότερου εκπαιδευτικού «μηχανισμού» των ΤΕΙ. Να μην αρχίσουμε υποχωρήσεις (επί αιτημάτων νόμιμων και αδιαπραγμάτευτων), οι οποίες θα αποσκοπούν σε βραχυπρόθεσμες (και αμφίβολες) λογιστικές λύσεις για τη λειτουργία μας αλλά να τεκμηριώσουμε το ποια πρέπει να είναι η λειτουργία μας, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε στο σύγχρονο ακαδημαϊκό τοπίο ως ΑΕΙ.  

Να μην αποδεχθούμε το ότι «δεν υπάρχουν χρήματα» αλλά να καταγγείλουμε τεκμηριωμένα τη διάθεση δυσανάλογου δημόσιου χρήματος σε περιφερειακά Τμήματα ΑΕΙ που εμφανίζουν 200 εισακτέους και έχουν 20 κατ` έτος ενεργούς σπουδαστές ενώ κεντρικά Τμήματα υποχρηματοδοτούνται, έχοντας 60 εισακτέους και 150 κατ` έτος ενεργούς σπουδαστές.  Να καταγγείλουμε την ύπαρξη Τμημάτων ΑΕΙ (Πανεπιστημιακού και Τεχνολογικού Τομέα), που θα έπρεπε να αντιστοιχούν είτε σε μεταπτυχιακές κατευθύνσεις σπουδών είτε σε διετείς σπουδές καταρτισιακού τύπου (μεταλυκειακές σπουδές επιπέδου  “diploma” στην Ε.Ε.) και συντηρούνται δαπανώντας δημόσιο χρήμα, ενώ είναι μη βιώσιμα.

Να χρησιμοποιήσουμε τις τρέχουσες «Μνημονιακές» πολιτικές και νομοθεσίες καθώς και τις Συνταγματικές διατάξεις ως νομικό και πολιτικό επιχείρημα υπέρ των αιτημάτων και των καταγγελιών μας (σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν) και όχι να αποδεχόμαστε άκριτα ιδεοληπτικές ερμηνείες περί νομιμότητας ή να υιοθετούμε ευπειθώς την άποψη, ότι – αφού «δεν υπάρχουν χρήματα» – δεν μπορούν να ικανοποιηθούν τα αιτήματά μας.

Προφανώς, η δεύτερη (Β) τοποθέτηση, στη χειρότερη εκδοχή της, μπορεί να μας οδηγήσει σε οικονομικό αδιέξοδο, προσωρινή αδυναμία λειτουργίας του Ιδρύματος και μαζική αντίδραση της σπουδαστικής κοινότητας.

Αντίθετα, η πρώτη (Α) τοποθέτηση – χωρίς έστω να εξασφαλίζει την επίλυση των οικονομικών προβλημάτων – μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μόνιμη και οικειοθελή υποβάθμιση και μάλιστα, σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο διεθνοποιημένο, ανταγωνιστικό και ιδιωτικοποιημένο.  Άρα, οδηγεί στην αυτοαναίρεση του ακαδημαϊκού ρόλου και της εκπαιδευτικής μας οντότητας.

        Αθήνα,  6 Μαρτίου 2011

Γιώργος  Κ.  Βαρελίδης

Δρ Αρχιτέκτων Μηχανικός – Πολεοδόμος Ε.Μ.Π.

Καθηγητής,  Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Πολιτικών Δ–Ε

gvarel@teipir.gr

       Πίνακας αποδεκτών:

  1. Πρόεδρος ΤΕΙ Πειραιά
  2. Αντιπρόεδροι ΤΕΙ Πειραιά κ. κ.  Α. Αντωνίου και Κ. Κάντζος
  3. Γραμματέας  ΤΕΙ Πειραιά
  4. Διευθύντρια  Σ.Τ.ΕΦ.
  5. Διευθυντής  Σ.Δ.Ο.


[*] Η διευκρινιστική παρένθεση τίθεται από το νομοθέτη.

[†] Η παραχάραξη της πραγματικότητας είναι τόσο επιτυχής, ώστε η 44η Σύνοδος Προέδρων ΤΕΙ (Κοζάνη 2-4 Μαρτίου 2011) στα ψηφίσματά της – αντί να καταγγείλει την πλήρη παραβίαση της νομοθεσίας – θεωρεί ότι η μη εφαρμογή του 1:5 στην παιδεία είναι απλά μια «υπόσχεση» του Υπουργού που θα πρέπει να τηρηθεί ενώ «βλέπει» ως παράνομη μόνο την (ανεπίσημη) αναστολή της εξέλιξης μελών Ε.Π. και όχι την επίσημη αναστολή κάθε διορισμού και την καθιέρωση – όχι του 1:5 – αλλά του 0:5.

* Ο υπολογισμός βασίζεται μόνο στην αναλογική επαύξηση των διδακτικών αναγκών των εργαστηρίων και των ασκήσεων πράξης και όχι στα αμιγώς θεωρητικά μέρη των μαθημάτων. Σημειώνεται επίσης, ότι ορισμένα εργαστηριακά τμήματα βασίζονται στην άτυπη – και εθελοντική – υπερωριακή εργασία εργαστηριακών συνεργατών (3 συνεργάτες στον Α` Τομέα), οι οποίοι έχουν «χρεωθεί» ώρες θεωρίας (π.χ. 2 ώρες), που θα έπρεπε να τις αφαιρούν από τις ώρες απασχόλησής τους σε τμήμα εργαστηρίου, πράγμα το οποίο, επειδή είναι διδακτικά αδιανόητο, δεν το εφαρμόζουν στην πράξη. Επιπλέον, δεν συνεκτιμώνται τα εκπαιδευτικά προβλήματα που απορρέουν από τη μετάθεση της ευθύνης όλου του ακαδημαϊκού έργου του Τμήματος στα 6 εναπομείναντα μέλη Ε.Π. (υπερωριακή διδασκαλία μαθημάτων, υπερβολικός εργασιακός φόρτος Προϊσταμένης σε συνδυασμό με το διδακτικό της φόρτο, Υπεύθυνοι Τομέων και – ταυτόχρονα – πολλαπλών  εργαστηρίων, εισήγηση – επίβλεψη – εξέταση δεκάδων πτυχιακών εργασιών, επίβλεψη δεκάδων ανά εξάμηνο πρακτικών ασκήσεων, εισήγηση – σύνταξη – εφαρμογή νέου προγράμματος σπουδών, έργο αξιολόγησης, συμμετοχή & εκπροσώπηση σε τουλάχιστον 10 διαφορετικές επιτροπές και συλλογικά όργανα, σύνταξη προτάσεων για ερευνητικά εργαστήρια και μεταπτυχιακά, εκπαιδευτικά αιτήματα σπουδαστών κ.λπ.). Δεν συνεκτιμώνται τέλος, οι ακαδημαϊκές ανάγκες που προκύπτουν από τον πρόσθετο και υπερβολικό φόρτο εργασίας που αναλαμβάνει η Γραμματεία (λόγω  πλήθους σπουδαστών και λόγω έλλειψης μελών Ε.Π.).     

× Πολλαπλάσια κατανομή χρηματοδοτήσεων ανά εκπαιδευόμενο, πολύ περισσότερα μέλη ΔΕΠ, αυτοδύναμα μεταπτυχιακά και διδακτορικά που τροφοδοτούν την έρευνα με εξαιρετικά χαμηλό κόστος (μη αμειβόμενους ή υποαμειβόμενους ερευνητές)  και παράγουν μεγάλο αριθμό δημοσιεύσεων, έσοδα και έρευνα από ήδη λειτουργούντα Εργαστήρια (από τη δεκαετία του `80), εξαιρετικά περιορισμένη εργαστηριακή εκπαίδευση που – στα ΤΕΙ – προκαλεί αύξηση της «διδακτικής» δαπάνης για κάλυψη των εργαστηριακών διδακτικών αναγκών, κ.λπ. Όλα αυτά δημιουργούν προφανώς πολύ καλύτερες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις για αξιολογήσεις και «αριστείες».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s